ميكوين

καθετηριασμός

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

καθετηριασμός

من أين أتت

καθετηριασμός < (ελληνιστική κοινή) < καθετηρίζω < καθετήρ < αρχαία ελληνική καθίημι < ἵημι

اسم καθετηριασμός · καθετηριασμοί · καθετηριασμού · καθετηριασμών · καθετηριασμό · καθετηριασμούς

  1. ιατρική η εισαγωγή καθετήρα σε ασθενή, προκειμένου να διευκολυνθεί να αποβάλλει υγρά ή να του εφαρμοστεί κάποια θεραπεία ή διάγνωση

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"καθετηριασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθετηριασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"καθετηριασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθετηριασμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}