ミクウィン

καθημερινός

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

καθημερινός

  • ka.θi.me.ɾiˈnos

由来

καθημερινός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καθημερινός < καθ' ἡμέραν (κατά + ἡμέρα)

形容詞 καθημερινός · καθημερινή · καθημερινό · καθημερινού · καθημερινής

  1. που συμβαίνει, γίνεται ή εμφανίζεται κάθε πρωί για μένα το ξύρισμα είναι καθημερινή συνήθεια
  2. που σχετίζεται με τις εργάσιμες μέρες και όχι τις γιορτές έβγαλε το κουστούμι και ξαναφόρεσε τα καθημερινά του ρούχα

    反対語: γιορτινός, επίσημος

  3. συνηθισμένος ο καφές είναι μια από τις καθημερινές απολαύσεις

英語で

  • daily that occurs every day
  • everyday appropriate for ordinary use, rather than for special occasions

この単語について話す

引用する
MLA

"καθημερινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθημερινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"καθημερινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθημερινός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}