καθησυχάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καθησυχάζω

  • ka.θi.siˈxa.zo

Where it comes from

καθησυχάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθησυχάζω < ελληνιστική κοινή καθησυχάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε καθ- + ησυχάζω.

verb καθησυχάζω · καθησύχαζα · καθησυχάσω · καθησύχασα · καθησυχασμένος

  1. transitive, μεταβατικό πείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί ※ Επαψε έτσι σταδιακά να είναι ένας απλός αγκιτάτορας, έμαθε ποιοι είναι οι κρίσιμοι πόλοι εξουσίας (πρόεδρος Χίντενμπουργκ, βιομήχανοι, Ράιχσβερ, κ.ά.), αλλά και πώς θα μπορούσε, αν όχι να τους προσεταιριστεί, τουλάχιστον να τους καθησυχάσει, ώστε να μην τους έχει απέναντί του.
  2. intransitive, αμετάβατο παύω να ανησυχώ ≈ συνώνυμα: ηρεμώ

Talk about this word

Cite this
MLA

"καθησυχάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθησυχάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"καθησυχάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθησυχάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}