καθιστικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καθιστικό

Where it comes from

καθιστικό < από το ουδέτερο του επιθέτου καθιστικός < κάθομαι

noun καθιστικό · καθιστικά · καθιστικού · καθιστικών

  1. το δωμάτιο του σπιτιού όπου τα μέλη της οικογένειας κάθονται μαζί για να ασχοληθούν με μια ευχάριστη κοινή δραστηριότητα ή να χαλαρώσουν και να ξεκουραστούν ※ Καμιά φορά αναφέρεται ο όρος πόρτεγο, που ήταν το σημερινό καθιστικό ή σαλόνι. Πόρτεγο δε φαίνεται να διέθεταν όλα τα νοικοκυριά, η ύπαρξή του δήλωνε πολυτέλεια ... Τα κυρίως δωμάτια που συνήθως διέθετε ένα νοικοκυριό ήταν το πόρτεγο και το υπνοδωμάτιο. (Πεπραγμένα Ένατου Διεθνούς Κρητολογικού Συν
  2. ιχθυολογία είδος οργανισμού που διαβιεί προσκολλημένο στο βυθό της θάλασσας ή κινείται πολύ αργά πάνω του

adjective καθιστικό · καθιστικά · καθιστικού · καθιστικών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του καθιστικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθιστικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καθιστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθιστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"καθιστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθιστικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}