καθιστικό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καθιστικό
Where it comes from
καθιστικό < από το ουδέτερο του επιθέτου καθιστικός < κάθομαι
noun καθιστικό · καθιστικά · καθιστικού · καθιστικών
- το δωμάτιο του σπιτιού όπου τα μέλη της οικογένειας κάθονται μαζί για να ασχοληθούν με μια ευχάριστη κοινή δραστηριότητα ή να χαλαρώσουν και να ξεκουραστούν ※ Καμιά φορά αναφέρεται ο όρος πόρτεγο, που ήταν το σημερινό καθιστικό ή σαλόνι. Πόρτεγο δε φαίνεται να διέθεταν όλα τα νοικοκυριά, η ύπαρξή του δήλωνε πολυτέλεια ... Τα κυρίως δωμάτια που συνήθως διέθετε ένα νοικοκυριό ήταν το πόρτεγο και το υπνοδωμάτιο. (Πεπραγμένα Ένατου Διεθνούς Κρητολογικού Συν
- είδος οργανισμού που διαβιεί προσκολλημένο στο βυθό της θάλασσας ή κινείται πολύ αργά πάνω του
adjective καθιστικό · καθιστικά · καθιστικού · καθιστικών
- αιτιατική ενικού του καθιστικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθιστικός
In English
- lounge living room
Talk about this word "καθιστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. καθιστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "καθιστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καθιστικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}