καθολικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καθολικός
- ka.θo.liˈkos
Where it comes from
καθολικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθολικός < καθόλου < καθ- + ὅλου
:* για την εκκλησιαστική σημασία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καθολικός < μεσαιωνική λατινική catholicus < ελληνιστική κοινή καθολικός < αρχαία ελληνική καθολικός
: Και ουσιαστικοποιημένο.
adjective καθολικός · καθολική · καθολικό · καθολικού · καθολικής
- που αναφέρεται σε ή περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου Η καθολική αντίσταση του λαού απέναντι στον κατακτητή...
-
σχετικός με τον καθολικισμό
η Καθολική Εκκλησία, το καθολικό δόγμα
Similar: ρωμαιοκαθολικός, φραγκολεβαντίνος
noun καθολικός · καθολική · καθολικό · καθολικού · καθολικής
- ο πιστός του καθολικισμού
In English
Talk about this word "καθολικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καθολικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "καθολικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καθολικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}