καθολικότητα
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
καθολικότητα
من أين أتت
καθολικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθολικ(ότης) + -ότητα < καθολικός (απόδοση για τη γαλλική universalité)
اسم καθολικότητα · καθολικότητες · καθολικότητας · καθολικοτήτων
- το να είναι κάποιος καθολικός
- η γενικότητα, η οικουμενικότητα
بالإنجليزية
- universality the property of being universal
تحدّث عن هذه الكلمة "καθολικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. καθολικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "καθολικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {καθολικότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}