καθομιλουμένη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καθομιλουμένη

  • ka.θo.mi.luˈme.ni

Where it comes from

καθομιλουμένη < (λόγιο δάνειο) ελληνιστική κοινή καθομιλουμένη, θηλυκή μετοχή του καθομιλοῦμαι (συνηθίζομαι) < αρχαία ελληνικά καθομιλῶ (κερδίζω την εύνοια). Από την ελληνιστική έκφραση «καθωμίληται ἡ λέξις» (η λέξη είναι σε κοινή χρήση). Ενδεχομένως σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική langue commune (κοινή γλώσσα)

noun καθομιλουμένη · καθομιλούμενες · καθομιλουμένης · καθομιλουμένων

  1. γλωσσολογία η γλώσσα που χρησιμοποιείται καθημερινά από την πλειονότητα των ομιλητών

Talk about this word

Cite this
MLA

"καθομιλουμένη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

καθομιλουμένη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7

Chicago

"καθομιλουμένη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθομιλουμένη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-08}
}