καθρέφτης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καθρέφτης
- kaˈθɾe.ftis
Where it comes from
καθρέφτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καθρέφτης < καθρέπτης < ελληνιστική κοινή κάθοπτρον < αρχαία ελληνική κάτοπτρον
noun καθρέφτης · καθρέφτες · καθρέφτη · καθρεφτών
- λεία επιφάνεια που αντανακλά το φως σχηματίζοντας ένα ψευδές είδωλο
- αντικείμενο που περιέχει τέτοια επιφάνεια το σπάσιμο ενός καθρέφτη, λένε, σημαίνει εφτά χρόνια γρουσουζιά
- οτιδήποτε φανερώνει με διαυγή τρόπο τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ενός συνόλου, μιας κατάστασης κλπ Η τηλεόραση είναι καθρέφτης της κοινωνίας (εφημερίδα Τα Νέα, 19 Ιουλίου 2010)
- η μπροστινή όψη της υπερκατασκευής πλοίου που φέρεται η γέφυρα του πλοίου
-
η όψη της κάθετης πρύμνης της βάρκας (του άβακα)
Similar: παπαδιά
In English
- mirror smooth reflecting surface
Talk about this word "καθρέφτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καθρέφτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82 "καθρέφτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καθρέφτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}