καθωσπρέπει

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καθωσπρέπει

  • ka.θosˈpɾe.pi

Where it comes from

καθωσπρέπει < έκφραση καθώς πρέπει < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική comme il faut (κομ ιλ φο)

adjective καθωσπρέπει

  1. που φέρεται με καθωσπρέπει τρόπους ※ ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκ

adverb καθωσπρέπει

  1. σύμφωνα με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, όπως πρέπει, όπως αρμόζει

Talk about this word

Cite this
MLA

"καθωσπρέπει." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%89%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καθωσπρέπει. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%89%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9

Chicago

"καθωσπρέπει." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%89%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καθωσπρέπει},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%89%CF%83%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}