κακία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κακία¹

  • kaˈci.a

Where it comes from

κακία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κακία < κακός

noun κακία · κακίες · κακίας · κακιών

  1. η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις Ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει: τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας;
  2. λόγος ή πράξη που δείχνει έχθρα και αποσκοπεί στο να πληγώσει τον άλλον αυτό που είπες ήταν μεγάλη κακία
  3. η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος μου κρατάει κακία για κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια

Κακία²

Where it comes from

Κακία < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κακία

  1. γυναικείο όνομα

In English

  • evil moral badness, wickedness
  • malice intention to harm

Talk about this word

Cite this
MLA

"κακία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κακία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"κακία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κακία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}