मिकविन

κακοκαρδίζω

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

κακοκαρδίζω

  • ka.ko.kaɾˈði.zo

यह कहाँ से आया

κακοκαρδίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακοκαρδίζω < κακόκαρδος. Μορφολογικά αναλύεται σε κακο- + καρδ(ιά) + -ίζω

क्रिया κακοκαρδίζω · κακοκάρδισα · κακοκαρδίζομαι · κακοκαρδίστηκα · κακοκαρδισμένος

  1. familiar, οικείο στενοχωρώ κάποιον π.χ. λέγοντάς του μια άσχημη κουβέντα, μη κάνοντάς του ένα χατίρι ※ Τους είχα ανάγκη όλους αυτούς τους ανθρώπους, δεν ήθελα να τους κακοκαρδίσω. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

विलोम: καλοκαρδίζω

पर्यायवाची और विलोम

क्रिया

विलोम: καλοκαρδίζω

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"κακοκαρδίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κακοκαρδίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"κακοκαρδίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κακοκαρδίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}