κακομοίρης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κακομοίρης

  • ka.koˈmi.ɾis

Where it comes from

κακομοίρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακομοίρης < ελληνιστική κοινή κακόμοιρος < κακο- + μοῖρα (κτητικό σύνθετο)

adjective κακομοίρης · κακομοίρα · κακομοίρικο · κακομοίρη · κακομοίρας · κακομοίρικου

  1. που η μοίρα του δεν είναι καλή, που αντιμετωπίζει ατυχίες και δυστυχίες στη ζωή του
  2. που με την εμφάνιση, τις πράξεις του ή τα λόγια του προκαλεί την συμπάθεια ή τον οίκτο των άλλων ※ Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)

Similar: καημένος

Thesaurus

adjective

Similar: καημένος

In English

  • poor used to express pity

Talk about this word

Cite this
MLA

"κακομοίρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κακομοίρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"κακομοίρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κακομοίρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}