κακόηχος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κακόηχος
- kaˈko.i.xos
Where it comes from
κακόηχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κακόηχος < αρχαία ελληνική κακός κακό- + -ηχος (ἦχος)
adjective κακόηχος · κακόηχη · κακόηχο · κακόηχου · κακόηχης
- που δεν ακούγεται ευχάριστα (παράφωνος, με παράσιτα, συριγμούς κ.λπ.)
-
με δυσάρεστο άκουσμα του συνδυασμού των φθόγγων, ή λέξη που δεν ανήκει στο αποδεκτό λεξιλόγιο κάποιου
※ Βούθουλας. Κακόηχη της φαινότανε η λέξη. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])
Similar: κακόφωνος
- που ηχητικά παραπέμπει σε βρισιά (π.χ. πού στην ευχή;)
- μη αποδεκτά διαστήματα (σε μελωδία ή σε συγχορδία) σύμφωνα με τη μουσική αισθητική μιας εποχής και τους κανόνες της, θεωρώντας τα άσχημα Στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα, τα διαστήματα τρίτης θεωρούνταν κακόηχα και χαρακτηρίζοναντ ως διάφωνα, ενώ οι πέμπτες και οι οκτάβες, καλόηχες και τα μόνα σύμφωνα διαστήματα. Αντίθετα, στη νεότερη δυτική μουσική οι παράλληλες πέμπτες απαγορεύονταν ως κακόηχες και τα διαστήματα τρίτης θεωρούνται κ
Thesaurus
Talk about this word "κακόηχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%B7%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κακόηχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%B7%CF%87%CE%BF%CF%82 "κακόηχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%B7%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κακόηχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%B7%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}