καλάμι
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
καλάμι¹
- kaˈla.mi
它从哪里来
καλάμι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλάμι(ν) < ελληνιστική κοινή καλάμιον < αρχαία ελληνική κάλαμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱl̥h₂mos < *ḱolh₂mos < *ḱolh₂-m- / *ḱlh₂-em- (καλάμι, άχυρο)
名词 καλάμι · καλάμια · καλαμιού · καλαμιών
- πολυετές υδροχαρές φυτό με ευλύγιστο κούφιο ξυλώδη βλαστό που φτάνει σε μεγάλο ύψος ※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλων
- ο ξυλώδης αποξηραμένος βλαστός αυτού του φυτού ή ένα κομμάτι του ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
- μακρύ και λεπτό κυλινδρικό σύνεργο του ψαρέματος, από την άκρη του οποίου κρέμεται μια πετονιά ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
-
το μπροστινό μέρος του οστού της κνήμης
相近词: αντικνήμιο
- : αυτοσχέδιος αργιλές που φέρει καλάμι αντί μαρκούτσι
相近词: θρύο
Καλάμι²
- kaˈla.mi
它从哪里来
Καλάμι < καλάμι
专有名词 Καλάμι · Καλάμια · Καλαμιού · Καλαμιών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
同义词与反义词
名词
相近词: θρύο
英语
讨论这个词 "καλάμι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καλάμι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9 "καλάμι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {καλάμι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}