καλαμιά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλαμιά¹
- ka.laˈmɲa
Where it comes from
καλαμιά (1-3) < ελληνιστική κοινή καλαμεία / καλαμία < αρχαία ελληνική κάλαμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱl̥h₂mos < *ḱolh₂mos
: καλαμιά (4) < καλάμι + -ιά < μεσαιωνική ελληνική καλάμι(ν) < ελληνιστική κοινή καλάμιον < αρχαία ελληνική κάλαμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱl̥h₂mos < *ḱolh₂mos
noun καλαμιά · καλαμιές · καλαμιάς · καλαμιών
- κοινή ονομασία για πολλά πολυετή υδροχαρή φυτά
- συστάδα από αυτά τα φυτά
- το στέλεχος των αγρωστωδών φυτών άλλες μορφές: καλάμη
- κλοτσιά, χτύπημα στο (ή σπανίως ή από λάθος με) το καλάμι (του ποδιού)/την κνήμη
Καλαμιά²
- ka.laˈmɲa
Where it comes from
Καλαμιά < καλαμιά
proper noun Καλαμιά
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
proper noun Καλαμιά · Kalamia
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καλαμιάς
proper noun Καλαμιά
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καλαμιάς
In English
Talk about this word "καλαμιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. καλαμιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%AC "καλαμιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλαμιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}