καλκάνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλκάνι
- kalˈka.ni
Where it comes from
καλκάνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλκάνι < τουρκική kalkan
noun καλκάνι · καλκάνια · καλκανιού · καλκανιών
- είδος ψαριού (Scophthalmus maximus) με πεπλατυσμένο ρομβοειδές σώμα και τριγωνικά πτερύγια ※ Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι α
- το επάνω κυρτό μέρος της πρύμνης ενός πλοίου, συνήθως διακοσμημένο, η κορώνη
- η τριγωνική απόληξη μιας στέγης
In English
- turbot any of various flatfishes of family Scophthalmidae
Talk about this word "καλκάνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καλκάνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9 "καλκάνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλκάνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}