καλλιγραφία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλλιγραφία
Where it comes from
καλλιγραφία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καλλιγραφέω < καλλι- + γράφω
noun καλλιγραφία · καλλιγραφίες · καλλιγραφίας · καλλιγραφιών
- τρόπος γραφής που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνία ※ «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελ
- εμμονή σε ανούσιες λεπτομέρειες
In English
- calligraphy art of writing beautifully
Talk about this word "καλλιγραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. καλλιγραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1 "καλλιγραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλλιγραφία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}