믹윈

καλλιεργημένος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

καλλιεργημένος

  • ka.li.eɾ.ʝiˈme.nos

어원

καλλιεργημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλλιεργώ

동사 καλλιεργημένος · καλλιεργημένη · καλλιεργημένο · καλλιεργημένου · καλλιεργημένης

  1. κυριολεκτικά: βοτανική, γεωπονία που έχει καλλιεργηθεί το χωράφι είναι καλλιεργημένο
  2. figuratively, μεταφορικά που έχει μόρφωση, καλαισθησία, τρόπους κ.τ.ό. είναι πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος

반의어: ακαλλιέργητος

유의어·반의어

동사

반의어: ακαλλιέργητος

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"καλλιεργημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καλλιεργημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"καλλιεργημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλλιεργημένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}