καλλιεργώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλλιεργώ
- ka.li.eɾˈɣo
Where it comes from
καλλιεργώ < ελληνιστική κοινή καλλιεργῶ (καλλιεργέω) < αρχαία ελληνική κάλλος καλλι- + ἔργον
:* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cultiver
verb καλλιεργώ · καλλιέργησα · καλλιεργούμαι · καλλιεργήθηκα · καλλιεργημένος
- εκτελώ με συστηματικό τρόπο όλες τις απαραίτητες εργασίες (όργωμα, σπορά, συγκομιδή κ.λπ.) ώστε σε ένα κομμάτι γης να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει ένα είδος φυτού ※ «Πρόκειται για ένα υπερσύγχρονο θερμοκήπιο (…) με πανάκριβο εξοπλισμό, πλήρως αυτοματοποιημένο, όπου καλλιεργούνται κηπευτικά», λέει ο κ. (…), που μαζί με τους συνεταίρους του έκαναν πράξη την υδροπονία, την προηγμένη και εξελιγμένη τεχνική καλλιέργειας, με την οποία τα φυτά αναπτύσσονται χωρίς τη
- φροντίζω για την ανάπτυξη και την πρόοδο κάποιου πράγματος ※ Κλίμα αισιοδοξίας καλλιεργεί η κυβέρνηση στην τελική ευθεία πριν τις διπλές εκλογές. (εφ. Το Βήμα, 5/2/2014)
In English
Talk about this word "καλλιεργώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. καλλιεργώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8E "καλλιεργώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλλιεργώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B3%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}