καλλιτέχνης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλλιτέχνης¹
- ka.liˈte.xnis
Where it comes from
καλλιτέχνης < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κάλλος (< καλός) + τέχνη (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική artiste)
noun καλλιτέχνης · καλλιτέχνες · καλλιτέχνη · καλλιτεχνών
- αυτός που δημιουργεί έργα τέχνης, όπως ζωγραφικούς πίνακες, γλυπτά, κ.ά. ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται μέσα στην ψυχή ενός καλλιτέχνη πριν δεις τα έργα του
- αυτός που ασχολείται με τις παραστατικές τέχνες ως εκτελεστής: ο τραγουδιστής, ο ηθοποιός, κλπ.
- άτομο με ευαισθησία, δεξιότητα ή/και ταλέντο στον τομέα του
Καλλιτέχνης²
Where it comes from
Καλλιτέχνης <καλλιτέχνης
proper noun Καλλιτέχνης · Καλλιτέχνηδες · Καλλιτέχνη · Καλλιτέχνηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- artist person who creates art
Talk about this word "καλλιτέχνης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καλλιτέχνης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82 "καλλιτέχνης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλλιτέχνης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}