καλοκαμωμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλοκαμωμένος
- ka.lo.ka.moˈme.nos
Where it comes from
καλοκαμωμένος < καλο- + καμωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάνω
verb καλοκαμωμένος · καλοκαμωμένη · καλοκαμωμένο · καλοκαμωμένου · καλοκαμωμένης
- που είναι ωραία, όμορφα ή καλά φτιαγμένος
- όμορφος ※ Τὴν χήραν ταύτην ἀδελφήν, μεσόκοπην, καλοκαμωμένην, ἐπροξένευεν ἡ Γιωργούλα εἰς τὸν μπαρμπα-Σαράντον τὸν ἴδιον. Καὶ εἰς τὸν γέροντα φαίνεται ὅτι δὲν ἀπήρεσκον αἱ προτάσεις.
Similar: καλοφτιαγμένος · Opposite: κακοκαμωμένος, κακοφτιαγμένος
Thesaurus
verb
Similar: καλοφτιαγμένος · Opposite: κακοκαμωμένος, κακοφτιαγμένος
Talk about this word "καλοκαμωμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καλοκαμωμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "καλοκαμωμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλοκαμωμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}