καλοπερασάκιας
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
καλοπερασάκιας
מאיפה זה בא
καλοπερασάκιας < καλοπερνώ (αορ. καλοπέρασα) + -άκιας
שם עצם καλοπερασάκιας · καλοπερασάκηδες · καλοπερασάκια · καλοπερασάκηδων
- αυτός που τον απασχολεί μόνο το πώς θα περνάει καλά, θα έχει ανέσεις και θα αποφεύγει την κούραση ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισ
לדבר על המילה הזו "καλοπερασάκιας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026. καλοπερασάκιας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CF%82 "καλοπερασάκιας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {καλοπερασάκιας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-08}
}