καλορίζικος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καλορίζικος

  • ka.loˈɾi.zi.kos

Where it comes from

καλορίζικος < μεσαιωνική ελληνική καλορίζικος < καλός + ριζικό (< αρχαία ελληνική ῥιζικός < ῥίζα)

adjective καλορίζικος · καλορίζικη · καλορίζικο · καλορίζικου · καλορίζικης

  1. καλότυχος, τυχερός, κι ως εκ τούτου ευτυχισμένος (χρησιμοποιείται σε ευχές για μια νέα αρχή ή κάτι νέο) Καλορίζικος. Νὰ ζήσῃ / ὁ νηὸς γαΐδαρος, ν᾿ ἀξίνῃ. / Νὰ σοῦ ζήση, νὰ σοῦ γίνῃ / ὡς καθὼς ἐπιθυμᾶς. (Ανδρέας Λασκαράτος, Συχαριάσματα εις γενέθλια γαϊδάρου)
  2. ουσιαστικοποιημένο τα καλορίζικα: οι σχετικές ευχές

Talk about this word

Cite this
MLA

"καλορίζικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καλορίζικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"καλορίζικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλορίζικος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}