καλοριφέρ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καλοριφέρ

  • ka.lo.ɾiˈfeɾ

Where it comes from

καλοριφέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική calorifère

noun καλοριφέρ

  1. το σύστημα θέρμανσης που χρησιμοποιεί νερό για τη μεταφορά της θερμότητας από έναν κεντρικό λέβητα στους επιμέρους χώρους που θα θερμαίνονται
  2. το συνολικό σύστημα που περιλαμβάνει το ντεπόζιτο, τον καυστήρα, τον λέβητα, τον κυκλοφορητή, τις σωληνώσεις και τα σώματα του καλοριφέρ
  3. especially, ειδικότερα το σώμα του καλοριφέρ, το εξάρτημα που βρίσκεται στον χώρο που θα θερμανθεί και το οποίο έχει κατάλληλο σχεδιασμό ώστε να αποβάλλει ευκολότερα στο χώρο τη θερμοκρασία

In English

  • heating system
  • radiator finned metal fixture that carries hot water or steam in order to heat a room

Talk about this word

Cite this
MLA

"καλοριφέρ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%AD%CF%81. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καλοριφέρ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%AD%CF%81

Chicago

"καλοριφέρ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%AD%CF%81.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλοριφέρ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%AD%CF%81},
  urldate = {2026-11-07}
}