καλόγερος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλόγερος¹
- kaˈlo.ʝe.ɾos
Sounds like Καλογήρου (επώνυμο)
Where it comes from
καλόγερος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλόγερος < ελληνιστική κοινή καλόγηρος < αρχαία ελληνική καλός + γῆρας
noun καλόγερος · καλόγεροι · καλόγερου · καλογέρου · καλόγερων · καλογέρων
- μοναχός
- άνθρωπος που ζει απομονωμένος σαν μοναχός
- ψηλό έπιπλο-κρεμάστρα που στηρίζεται στο πάτωμα και έχει άγκιστρα για το κρέμασμα των παλτών, των καπέλων κ.λπ.
- εξόγκωμα του δέρματος γεμάτο πύον, επιστημονικά δοθιήνας
- είδος πουλιού (Parus major)
Καλόγερος²
- kaˈlo.ʝe.ɾos
Where it comes from
Καλόγερος < καλόγερος
proper noun Καλόγερος · Καλόγεροι · Καλόγερου · Καλόγερων · Καλόγερο · Καλόγερους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "καλόγερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καλόγερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82 "καλόγερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλόγερος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}