καλός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλός¹
- kaˈlos
Where it comes from
καλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καλός (όμορφος)
adjective καλός · καλή · καλό · καλού · καλής
- ο θετικά, αγαθά, φιλικά διακείμενος προς τους άλλους, όχι μόνον θεωρητικά, αλλά και συναισθηματικά και πρακτικά, που βοηθά τους άλλους ανθρώπους, που συγχωρεί εύκολα και επιδιώκει το καλύτερο για όλους Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (τίτλος ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε, του 1966)
- που υπερτερεί σε κάτι, είναι ανώτερος από άλλους ομοίους του, ξεχωρίζει θετικά σε κάτι συγκεκριμένο, που είναι κατηρτισμένος, ασκεί ένα επάγγελμα αποτελεσματικά κ.ο.κ. είναι από καλή οικογένεια (ανώτερη, οικονομικά ή ηθικά)
- ο όμορφος, που σχετίζεται με το κάλλος, την ωραιότητα ή την ωραιοποίηση ※ Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πα
- ο ικανοποιητικός, ο κατάλληλος για κάτι, που αξίζει τα λεφτά του, το χρόνο που του επενδύει κάποιος, που το συνιστά κάποιος θετικά Διάβασα ένα καλό βιβλίο, Είδα ένα καλό έργο στο σινεμά, Βρήκα ένα καλό ξενοδοχείο, Καλό αμάξι για ταξίδια, Είναι καλή εποχή για ψάρεμα
- όταν κάποιος κάνει κάτι κακό ή όταν γενικά είναι κακός Είδες τι πήγε κι έκανε η καλή σου;
- προορισμένος να χρησιμοποιείται ή να φοριέται σε εξαιρετικές περιστάσεις ※ Η Μαρία φόρεσε το καλό της φουστάνι, διάλεξε ένα καπέλο απ' αυτά που της είχαν απομείνει και ξεκίνησε γι' απέναντι. (Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Οι συννυφάδες)
noun καλός · καλή · καλό · καλού · καλής
- ο αγαπημένος, ο ερωμένος Πού είναι ο καλός μου;
Καλός²
- kaˈlos
Where it comes from
Καλός < καλός
proper noun Καλός · Καλοί · Καλού · Καλών · Καλό · Καλούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
Talk about this word "καλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. καλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82 "καλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}