καλύβας
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
καλύβας¹
ουσιαστικό καλύβας
- γενική ενικού του καλύβα
Καλύβας²
- kaˈli.vas
Από πού έρχεται
Καλύβας < → λείπει η ετυμολογία
κύριο όνομα Καλύβας · Καλύβηδες · Καλυβαίοι · Καλύβα · Καλύβηδων · Καλυβαίων
- ανδρικό επώνυμο
Συζήτησε αυτή τη λέξη "καλύβας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CE%B2%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καλύβας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CE%B2%CE%B1%CF%82 "καλύβας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CE%B2%CE%B1%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {καλύβας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CE%B2%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}