καλώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλώ
- kaˈlo
Where it comes from
καλώ < (καθαρεύουσα) καλῶ < αρχαία ελληνική καλέω / καλῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- < *kl̥h₁- (καλώ)
verb καλώ · καλούσα · θα καλώ · να καλώ · καλώντας
- λέω ή παρακινώ κάποιον να έρθει κάπου, συνήθως σε κλειστό χώρο, ή προτρέπω κάποιον σε μια ενέργεια η γραμματέας κάλεσε τον πρώτο υποψήφιο για τη θέση να μπει στο γραφείο για τη συνέντευξη
- προσκαλώ κάποιον σε γιορτή, εκδήλωση κλπ δεν πήγα στη γιορτή γιατί δε με είχαν καλέσει
- τηλεφωνώ σε κάποιον για πληροφορίες, παρακαλούμε καλέστε το 210223344
In English
Talk about this word "καλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. καλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E "καλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}