καλώδιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλώδιο
- kaˈlo.ði.o
Where it comes from
καλώδιο < αρχαία ελληνική καλῴδιον < υποκοριστικό του κάλως (= σχοινί) (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cable)
noun καλώδιο · καλώδια · καλωδίου · καλώδιου · καλωδίων
- οποιοδήποτε σύρμα μέτριου πάχους
- σύρμα γυμνό ή καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροκαλώδιο το καλώδιο του φωτιστικού
- πολύ χοντρό συρματόσχοινο ή μεταλλική ράβδος συγκράτησης σε κρεμαστές γέφυρες
In English
Talk about this word "καλώδιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. καλώδιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF "καλώδιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλώδιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}