καμήλα
Ελληνικά
AI Einfach erklärt
Eine kurze Erklärung wird geschrieben…
Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.
καμήλα¹
Woher es kommt
καμήλα < μεσαιωνική ελληνική καμήλα < αρχαία ελληνική κάμηλος (πβ. λατινικά camela) < πρωτοσημιτική *gamal
Substantiv καμήλα · καμήλες · καμήλας · καμηλών
- μηρυκαστικό θηλαστικό της ερήμου, με μία ή δύο καμπούρες ※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες τ
Καμήλα²
Woher es kommt
Καμήλα < → λείπει η ετυμολογία
Eigenname Καμήλα · Kamila
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Auf Englisch
- camel beast of burden
Über dieses Wort sprechen "καμήλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AE%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. καμήλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AE%CE%BB%CE%B1 "καμήλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AE%CE%BB%CE%B1.Zitieren
@misc{micwyn_2026,
title = {καμήλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AE%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}