καμαρίλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καμαρίλα

Where it comes from

καμαρίλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική ή (άμεσο δάνειο) ισπανική camarilla (δωμάτιο) < λατινική camara (αψίδα, θόλος)

::Η λέξη πρωτοεμφανίστηκε το 1814 περιγράφοντας τον κύκλο προσώπων που περιστοίχιζαν το βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάνδο Ζ΄, οι οποίοι συνεδρίαζαν μυστικά στον αντιθάλαμο (camarilla) παραπλεύρως της βασιλικής αίθουσας και ασκούσαν ισχυρή επιρροή στις βασιλικές αποφάσεις. • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

noun καμαρίλα · καμαρίλες · καμαρίλας

  1. το σύνολο των ανεπίσημων μυστικοσυμβούλων, που παρασκηνιακά ασκούν εξουσία, επηρεάζοντας ως προς τη λήψη αποφάσεων ένα ισχυρό άτομο, που έχει συνήθως πολλές δικαιοδοσίες. Οι μυστικοσύμβουλοι, οι συμβουλάτορες.

Talk about this word

Cite this
MLA

"καμαρίλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καμαρίλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B1

Chicago

"καμαρίλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καμαρίλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}