καμαρίνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καμαρίνι
- ka.maˈɾi.ni
Where it comes from
καμαρίνι < (άμεσο δάνειο) βενετική camarin + -ι < ιταλική camera < λατινική camera < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kam- (καμπή)
noun καμαρίνι · καμαρίνια · καμαρινιού · καμαρινιών
- το δωματιάκι στα παρασκήνια ενός θεάτρου, που εξυπηρετεί τους ηθοποιούς (αλλάζουν ρούχα, ξεκουράζονται κ.λπ.) ※ Αυτός κατάλαβε πως πήγαινε στο καμαρίνι της για ν' αλλάξει: ίσως την έσφιγγε η ζαρτιέρα της ή το σουτιέν. (Βασίλης Βασιλικός, Ο Ευρωπέος και η ωραία του υπερπέραν, συναισθηματικο οδοιπορικό, εκδοτ. Οργανισμός Λιβάνη "Νέα Σύνορα", 1999)
In English
- dressing room changing room
Talk about this word "καμαρίνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καμαρίνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9 "καμαρίνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καμαρίνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}