καμαρωτός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καμαρωτός¹
- ka.ma.ɾoˈtos
Sounds like καμαρότος
Where it comes from
καμαρωτός < καμαρώ(νω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τός
adjective καμαρωτός · καμαρωτή · καμαρωτό · καμαρωτού · καμαρωτής
- στητός και περήφανος, όλος καμάρι περνούσαν μπροστά μας στην παρέλαση τα παιδάκια του σχολείου καμαρωτά καμαρωτά
- που διαθέτει καμάρα, αψιδωτός ※ Ούλα έχουνε καμαρωτές πόρτες και παραθύρια κατά το παλαιό σχέδιο. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])
Καμαρωτός²
Where it comes from
Καμαρωτός < καμαρωτός
proper noun Καμαρωτός · Καμαρωτοί · Καμαρωτού · Καμαρωτών · Καμαρωτό · Καμαρωτούς
- ανδρικό επώνυμο
Talk about this word "καμαρωτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026. καμαρωτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82 "καμαρωτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καμαρωτός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-08}
}