καμβάς
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καμβάς¹
Where it comes from
καμβάς < → λείπει η ετυμολογία
noun καμβάς · καμβάδες · καμβά · καμβάδων
- το ύφασμα που πρόκειται να κεντηθεί
- το ειδικό ύφασμα για ζωγραφική ※ Χρώματα πήρα και καμβά Για να σε ζωγραφίσω Και με το χρώμα τ’ ουρανού άγγελο να σε ντύσω
- τα κομβικά σημεία της υπόθεσης ενός αφηγηματικού έργου
- ο πίνακας από εικονοστοιχεία (pixels) που χρησιμοποιείται ως βάση για την αποτύπωση των γραφικών
- άξονας, πλαίσιο ※ Ο καμβάς επιχειρηματικού μοντέλου αποτελεί μέρος της τάσης της οπτικής και σχεδιαστικής σκέψης.
Καμβάς²
Where it comes from
Καμβάς < καμβάς
proper noun Καμβάς · Καμβάδες · Καμβά · Καμβάδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- canvas piece of canvas cloth on which one may paint
Talk about this word "καμβάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. καμβάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82 "καμβάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καμβάς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}