καμβάς

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καμβάς¹

Where it comes from

καμβάς < → λείπει η ετυμολογία

noun καμβάς · καμβάδες · καμβά · καμβάδων

  1. το ύφασμα που πρόκειται να κεντηθεί
  2. το ειδικό ύφασμα για ζωγραφική ※ Χρώματα πήρα και καμβά Για να σε ζωγραφίσω Και με το χρώμα τ’ ουρανού άγγελο να σε ντύσω
  3. figuratively, μεταφορικά, για λογοτεχνικό, κινηματογραφικό, θεατρικό έργο τα κομβικά σημεία της υπόθεσης ενός αφηγηματικού έργου
  4. πληροφορική, γραφικά υπολογιστή ο πίνακας από εικονοστοιχεία (pixels) που χρησιμοποιείται ως βάση για την αποτύπωση των γραφικών
  5. figuratively, μεταφορικά άξονας, πλαίσιο ※ Ο καμβάς επιχειρηματικού μοντέλου αποτελεί μέρος της τάσης της οπτικής και σχεδιαστικής σκέψης.

Καμβάς²

Where it comes from

Καμβάς < καμβάς

proper noun Καμβάς · Καμβάδες · Καμβά · Καμβάδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • canvas piece of canvas cloth on which one may paint

Talk about this word

Cite this
MLA

"καμβάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

καμβάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82

Chicago

"καμβάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καμβάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}