καμπάνα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καμπάνα¹
- kamˈba.na
- kaˈba.na
Where it comes from
καμπάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμπάνα < υστερολατινική campana < λατινική Campana, θηλυκό του Campanus (κατασκευασμένος στην Καμπανία) < Campania < campus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω)
noun καμπάνα · καμπάνες · καμπάνας · καμπανών
- ηχητικό όργανο που έχει σχήμα ανάποδου κόλουρου κώνου μέσα στον οποίο βρίσκεται ένα γλωσσίδι και συνήθως χρησιμεύει για σήμαντρο εκκλησίας ή σχολείου ※ 1954 - Γιατί χτυπάς την καμπάνα, του φώναξαν, τι τρέχει; (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- η τιμωρία
- πρόστιμο, χρηματική ποινή μου 'ριξε μια καμπάνα...
- το άκρο σε μπατζάκι παντελονιού, όταν έχει σχήμα αρκετά μεγαλύτερο, ώστε να θυμίζει καμπάνα και επιθετικοποιημένο: συνώνυμο του καμπανωτός
- για το μπανγκαλόου δείτε
noun καμπάνα · καμπάνες · καμπάνας · καμπανών
- μεμονωμένο μικρό οίκημα σε ξενοδοχειακό συγκρότημα
Καμπάνα²
Where it comes from
Καμπάνα < γενική ενικού του αρσενικού Καμπάνας
proper noun Καμπάνα · Kampana
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Καμπάνας)
In English
- bell percussive instrument
Talk about this word "καμπάνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. καμπάνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B1 "καμπάνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καμπάνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}