καμπινές

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καμπινές

Where it comes from

καμπινές < (λόγιο δάνειο) γαλλική cabinet + -ς για προσαρμογή στην κλίση < cabine < αγγλική cabin < μεσαιωνική λατινική capanna / cabanna

noun καμπινές · καμπινέδες · καμπινέ · καμπινέδων

  1. τουαλέτα, αποχωρητήριο ※ Με τις χύτρες που τρώγαμε φαΐ, κάναμε ουρά να πάρουμε νερό από τη θάλασσα και το ανεβάζαμε να πλύνουμε τους καμπινέδες πάνω στο βουνό για να φύγουνε οι ακαθαρσίες για να μη μας φάει η μύγα. Η μύγα σύννεφο. Και μέσα σ’ όλο αυτό πιάνει κι ένα χαμψίνι. Για να πάρεις το φαΐ σου από το μαγειρείο, εκεί

Talk about this word

Cite this
MLA

"καμπινές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καμπινές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CF%82

Chicago

"καμπινές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καμπινές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}