καμπούρης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καμπούρης¹

Where it comes from

καμπούρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμπούρης < οθωμανική τουρκική قنبور (kanbur, kambur) (τουρκική kambur) πιθανόν < αρχαία ελληνική καμπύλος (οπότε, θα ήταν αντιδάνειο) < κάμπτω.

: Επίσης, ουσιαστικοποιημένα (αρσενικό, θηλυκό).

: Το ουδέτερο, από το καμπούρικος.

adjective καμπούρης · καμπούρα · καμπούρικο · καμπούρη · καμπούρας · καμπούρικου

  1. άτομο που έχει καμπούρα Ο Κουασιμόδος ήταν ένας καμπούρης και κακάσχημος κωδωνοκρούστης στην Παναγία των Παρισίων.

    Similar: κυφωτικός

Καμπούρης²

  • kamˈbu.ɾis

Where it comes from

Καμπούρης < (παρωνύμιο) καμπούρης

proper noun Καμπούρης · Καμπούρηδες · Καμπούρη · Καμπούρηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καμπούρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καμπούρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82

Chicago

"καμπούρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καμπούρης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}