κανάλι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κανάλι
- kaˈna.li
Where it comes from
κανάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κανάλι(ν) < ελληνιστική κοινή κανάλιον < λατινική canalis < canna < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο)
noun κανάλι · κανάλια · καναλιού · καναλιών
- διώρυγα
- δίαυλος ※ Τούτο το κανάλι ανάμεσα Νίσυρο και Τήλο όλοι ο αέρηδες το χτυπούν, γι' αυτό και τώρα η φρεσκαδούρα δυναμώνει όσο ανοιγόμαστε στο πέλαγος. (Αθηνά Ταρσούλη, Δωδεκάνησα, τόμος 3, εκδ. Άλφα, 1947)
- λούκι
- μια ορισμένη περιοχή συχνοτήτων συντόνισέ το στο κανάλι 50 των UHF
- τηλεοπτικός σταθμός αυτός ο παρουσιαστής φέτος πήγε σε άλλο κανάλι
- διαδικτυακός τόπος όπου γίνεται chat το #wiktionary-el είναι το κανάλι IRC του Βικιλεξικού
- σύνολο ατόμων, υλικού, θέσεων μεταφοράς ανθρώπων, υλικού, πληροφοριών ή καταστάσεων οι πληροφορίες του δεν είναι πάντα από αξιόπιστα κανάλια
- δίαυλος καταγραφής ήχου ή κατά πλάτος (και όχι διάρκεια-μήκος) υποδιαίρεση μαγνητοταινίας πέρασε σήμα από διπλανό κανάλι (στην μπομπίνα)
- διάφορες αύλακες στο σώμα, νευρικό κανάλι κτλ.
-
link: τα υλικά μέσα (hardware) που συνδέουν τους κόμβους (nodes) ενός δικτύου, όπως ειδικά ηλεκτρικά καλώδια, οπτικές ίνες, ηλεκτρομαγνητικά κύματα (στα ασύρματα δίκτυα), κλπ.
Similar: ζεύξη
In English
Talk about this word "κανάλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. κανάλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%B9 "κανάλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κανάλι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}