καναπές
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καναπές
- ka.naˈpes
Where it comes from
καναπές < (άμεσο δάνειο) γαλλική canapé < παλαιά γαλλική conopé (ντιβάνι με κουνουπιέρα) < μεσαιωνική λατινική canapeum / conopeum (κουνουπιέρα) < conopeum < ελληνιστική κοινή κωνώπιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική κώνωψ (κουνούπι)
:ή (άμεσο δάνειο) γαλλική canapé < μεσαιωνική λατινική conopeum (κουνουπιέρα) < ελληνιστική κοινή κωνωπεῖον (κουνουπιέρα) (αντιδάνειο)
noun καναπές · καναπέδες · καναπέ · καναπέδων
- έπιπλο με μία, δύο ή περισσότερες θέσεις στις οποίες καθόμαστε ※ Έναντι του καναπέ υπήρχε μία μεσάνδρα (μεγάλο ντουλάπι εντός του τοίχου), όπου εφυλάσσοντο καινουργή στρώματα, εφαπλώματα, μαξιλάρια, έτοιμα να στρωθούν εις την ιδίαν αίθουσαν, διά τον ύπνον παντός φιλοξενουμένου. (Χρύσανθος (Αρχιεπισκ. Αθηνών), Βιογραφικές αναμνήσεις, τόμος 1, 1970, σελ. 14)
In English
Talk about this word "καναπές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καναπές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%82 "καναπές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καναπές},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AD%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}