κανιβαλισμός

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

κανιβαλισμός

  • ka.ni.va.liˈzmos

Откуда оно

κανιβαλισμός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cannibalism

:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1883

существительное κανιβαλισμός · κανιβαλισμοί · κανιβαλισμού · κανιβαλισμών · κανιβαλισμό · κανιβαλισμούς

  1. η ανθρωποφαγία, μια τελετουργία διαδεδομένη στις πρωτόγονες φυλές, με σκοπό να αποκτηθούν οι ιδιότητες του νεκρού, να αποκτηθούν μαγικές δυνάμεις και να διατηρηθεί η ενότητα, όταν ο νεκρός ανήκε στην ίδια φυλή, αλλά και να υπάρξει εκδίκηση και οικειοποίηση ξένων ιδιοτήτων, όταν ο νεκρός ανήκε σε ξένη φυλή
  2. βιολογία η επίθεση ενός ζώου σε άτομα του είδους του, όταν, στη συνέχεια, τα κατατρώει
  3. figuratively, μεταφορικά η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αγριότητα, απανθρωπιά κι έλλειψη σεβασμού προς τον άνθρωπο
  4. διάλυση συσκευών κανιβαλισμός μεταχειρισμένων αυτοκινήτων

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"κανιβαλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κανιβαλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"κανιβαλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κανιβαλισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}