κανταΐφι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κανταΐφι

  • ka.daˈi.fi

Where it comes from

κανταΐφι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kadayıf + -ι < αραβική قطائف, πληθυντικός του قطيفة

noun κανταΐφι · κανταΐφια · κανταϊφιού · κανταϊφιών

  1. γαστρονομία νηματοειδής ζύμη που χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή του ομώνυμου γλυκού
  2. γλυκό είδος γλυκού του ταψιού ※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κανταΐφι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%90%CF%86%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κανταΐφι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%90%CF%86%CE%B9

Chicago

"κανταΐφι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%90%CF%86%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κανταΐφι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%90%CF%86%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}