ミクウィン

κανόνι

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

κανόνι

由来

κανόνι < → λείπει η ετυμολογία

名詞 κανόνι · κανόνια · κανονιού · κανονιών

  1. στρατιωτικός όρος, οπλισμός πολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση
  2. figuratively, μεταφορικά , εντός της φράσης «... είναι κανόνι»: σχήμα υπερβολής που δηλώνει, αναφερόμενο σε κάτι, κάποια ή κάποιον, ότι εμφανίζει κάποια θετική ιδιότητα (π.χ. είναι πολύ καλό, αξιόπιστο, αξιόλογο, χρήσιμο κλπ.) στον υπερθετικό βαθμό
  3. figuratively, μεταφορικά , εντός της φράσης «βαράω κανόνι» (=χρεοκοπώ): χρεωκοπία

英語で

  • gun military: cannon with relatively long barrel, operating with relatively low angl
  • cannon artillery piece

この単語について話す

引用する
MLA

"κανόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κανόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BD%CE%B9

Chicago

"κανόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κανόνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}