καπιταλισμός
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
καπιταλισμός
어원
καπιταλισμός < γαλλική capitalisme < capitale < λατινική capitalis < caput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *káput (κεφάλι)
명사 καπιταλισμός · καπιταλισμοί · καπιταλισμού · καπιταλισμών · καπιταλισμό · καπιταλισμούς
- το πολιτικό και οικονομικό σύστημα όπου βασικό οικονομικό παράγοντα αποτελεί το ιδιωτικό κεφάλαιο
비슷한 말: κεφαλαιοκρατία
유의어·반의어
명사
비슷한 말: κεφαλαιοκρατία
영어로
- capitalism socio-economic system based on private property rights
이 단어에 대해 이야기하기 "καπιταλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καπιταλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "καπιταλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {καπιταλισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}