καπνοδόχος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καπνοδόχος
- ka.pnoˈðo.xos
Where it comes from
καπνοδόχος (αρσενικό) < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁ καπνοδόχος
: καπνοδόχος (θηλυκό) < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καπνοδόκη < καπνός (καπνο- + -δόχος ( < δέχομαι )
noun καπνοδόχος · καπνοδόχοι · καπνοδόχου · καπνοδόχων · καπνοδόχο · καπνοδόχους
- αγωγός απαγωγής των αερίων της καύσης και εισδοχής του (απαραίτητου για την καύση) οξυγόνου ※ Στο κέντρο του μετσοβίτικου σπιτιού δεσπόζει το τζάκι (μπουχαρές), με την μπουχαροποδιά να καλύπτει οριζόντια το μπροστινό καμπύλο τμήμα της καπνοδόχου του (Νάντια Μαχά-Μπιζούμη, Οι πολλαπλές όψεις της υλικότητας των παραδοσιακών υφαντών, σελ. 62 https://eclass.hua.gr/modules/document/file.php/UNI
Similar: καμινάδα, τσιμινιέρα, φουγάρο
Thesaurus
noun
Similar: καμινάδα, τσιμινιέρα, φουγάρο
In English
- chimney vertical tube or hollow column; a flue
Talk about this word "καπνοδόχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καπνοδόχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82 "καπνοδόχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καπνοδόχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}