καπνομίχλη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καπνομίχλη

  • ka.pnoˈmi.xli

Where it comes from

καπνομίχλη < καπνός + -ο- + ομίχλη ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) smog < smoke + fog)

noun καπνομίχλη · καπνομίχλες · καπνομίχλης · καπνομιχλών

  1. η αιθαλομίχλη Τον τελευταίο καιρό εμφανίζεται, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά συγκροτήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, νέφος καπνομίχλης (όπως το ονομάζει το ΥΠΕΚΑ). Αναφέρεται επίσης ότι το νέφος εμφανίζεται ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες και οφείλεται στην αυξημένη χρήση για καύση σε τζάκια και ξυλόσομπες βιομάζ

Similar: αιθαλομίχλη, νέφος

Thesaurus

In English

  • smog urban air pollution

Talk about this word

Cite this
MLA

"καπνομίχλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καπνομίχλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%BB%CE%B7

Chicago

"καπνομίχλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καπνομίχλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}