καπνοπωλείο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καπνοπωλείο

Where it comes from

καπνοπωλείο < καπνοπώλης + -είο

noun καπνοπωλείο · καπνοπωλεία · καπνοπωλείου · καπνοπωλείων

  1. κατάστημα εξειδικευμένο στην πώληση προϊόντων καπνού και ειδών χρήσιμων στους καπνιστές ※ Δίπλα στο καπνοπωλείο είναι το χασαπιό που το κατάλαβε αμέσως γιατί είδες σαλάμια να κρέμονται και μια μηχανή π' αφού την ξέτασε για λίγο, κατάλαβε ότι ήταν μηχανή του Παναγιώτη του χασάπη τους. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος (Σινσινάτι) 3ο τριλογίας, ανάκτηση 3/8/2026 https://www.g

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καπνοπωλείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καπνοπωλείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF

Chicago

"καπνοπωλείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καπνοπωλείο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%89%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}