καπόνι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καπόνι
Where it comes from
καπόνι <
:* για τον κόκορα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπόνιν, υποκοριστικό για την ελληνιστική κοινή κάπων, καπον- + -ι < γλώσσα για τη λατινική capo ή
:* για τα ψάρια και τον κόκορα < άμεσο δάνειο από τη βενετική capon ή από την ιταλική cappone < λατινική capo
:* για τον ναυτικό όρο < άμεσο δάνειο από τη βενετική capon < λατινική capo
noun καπόνι · καπόνια · καπονιού · καπονιών
- επίμηκες ψάρι με πλατύ και μεγάλο κεφάλι (Chelidonichthys obscurus: Χελιδωνιχθύς ο σκοτεινός)
- ευνουχισμένος κόκορας (με ιδιαίτερη εκτροφή)
- πρωραίο ξύλινο δοκάρι των ιστιοφόρων για την ανέλκυση της άγκυρας
-
μεταλλικός καμπυλόσχημος στρεπτός στύλος που έφεραν παλαιότερα, κατά ζεύγη, τα πλοία, για την ανέλκυση - καθέλκυση λέμβων ή άλλων μικρών φορτίων
Similar: επωτίδα
In English
- capon cockerel grown for food
Talk about this word "καπόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καπόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9 "καπόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καπόνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}