καπόνι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καπόνι

Where it comes from

καπόνι <

:* για τον κόκορα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπόνιν, υποκοριστικό για την ελληνιστική κοινή κάπων, καπον- + -ι < γλώσσα για τη λατινική capo ή

:* για τα ψάρια και τον κόκορα < άμεσο δάνειο από τη βενετική capon ή από την ιταλική cappone < λατινική capo

:* για τον ναυτικό όρο < άμεσο δάνειο από τη βενετική capon < λατινική capo

noun καπόνι · καπόνια · καπονιού · καπονιών

  1. ψάρι επίμηκες ψάρι με πλατύ και μεγάλο κεφάλι (Chelidonichthys obscurus: Χελιδωνιχθύς ο σκοτεινός)
  2. ζωολογία ευνουχισμένος κόκορας (με ιδιαίτερη εκτροφή)
  3. ναυτικός όρος πρωραίο ξύλινο δοκάρι των ιστιοφόρων για την ανέλκυση της άγκυρας
  4. ναυτικός όρος μεταλλικός καμπυλόσχημος στρεπτός στύλος που έφεραν παλαιότερα, κατά ζεύγη, τα πλοία, για την ανέλκυση - καθέλκυση λέμβων ή άλλων μικρών φορτίων

    Similar: επωτίδα

In English

  • capon cockerel grown for food

Talk about this word

Cite this
MLA

"καπόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καπόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9

Chicago

"καπόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καπόνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}