καράτι
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
καράτι
- kaˈɾa.ti
Limetoka wapi
καράτι < (άμεσο δάνειο) ιταλική carato < μεσαιωνική λατινική caratus < αραβική قيراط (qīrāṭ, μονάδα βάρους) < ελληνιστική κοινή κεράτιον < αρχαία ελληνική κεράτιον, υποκοριστικό του κέρας (αντιδάνειο)
nomino καράτι · καράτια · καρατιού · καρατίου · καρατιών · καρατίων
- μονάδα με την οποία μετριέται η περιεκτικότητα σε καθαρό χρυσό ενός αντικειμένου που αποτελείται από κράμα χρυσού και αντιστοιχεί σε περιεκτικότητα 1 γραμμαρίου χρυσού σε 24 γραμμάρια κράματος ο χρυσός 24 καρατίων είναι υπερβολικά μαλακός γι' αυτό και δεν κατασκευάζονται κοσμήματα με αυτή την περιεκτικότητα
- μονάδα βάρους (1/5 του γραμμαρίου) με την οποία ζυγίζονται πολύτιμοι λίθοι διαμάντι 3 καρατίων
Kwa Kiingereza
- carat mass
Zungumza kuhusu neno hili "καράτι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καράτι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9 "καράτι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {καράτι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}