καραγκούνης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καραγκούνης¹
Where it comes from
καραγκούνης < Καραγκούνης
noun καραγκούνης · καραγκούνηδες · καραγκούνη · καραγκούνηδων
- ο Καραγκούνης
Καραγκούνης²
- ka.ɾaˈɡu.nis
Where it comes from
Καραγκούνης < καρα- / τουρκική kara + αλβανική gunë (κάπα, επενδύτης).^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)). Κατά το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και το Λεξικό Μπαμπινιώτη, άγνωστης ετυμολογίας. Δείτε και γούνα, τη λατινική gunna.
proper noun Καραγκούνης · Καραγκούνηδες · Καραγκούνη · Καραγκούνηδων
- μέλος της αρβανιτοβλάχικης γλωσσικής κοινότητας στην Ακαρνανία
- Θεσσαλός γεωργοκτηνοτρόφος της περιοχής των Τρικάλων και της Καρδίτσας
Similar: Ριμένος
proper noun Καραγκούνης · Καραγκούνηδες · Καραγκούνη · Καραγκούνηδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
proper noun
Similar: Ριμένος
Talk about this word "καραγκούνης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καραγκούνης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82 "καραγκούνης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καραγκούνης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}