καρακάξα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρακάξα¹

  • ka.ɾaˈka.ksa

Where it comes from

καρακάξα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρακάξα, αβέβαιου ετύμου → λείπει η ετυμολογία

noun καρακάξα · καρακάξες · καρακάξας · καρακαξών

  1. πτηνό πουλί του είδους Pica pica της οικογένειας των Κορακιδών, με άσχημη φωνή αλλά εξαιρετική ευφυία. Της αρέσει να συλλέγει λαμπερά αντικείμενα
  2. offensive, μειωτικό χαρακτηρισμός άσχημης και κουτσομπόλας γυναίκας είναι μια γριά καρακάξα αυτή, αν σε πιάσει στο στόμα της χάθηκες!

Καρακάξα²

Where it comes from

Καρακάξα < γενική ενικού του αρσενικού Καρακάξας

proper noun Καρακάξα · Καρακάξας · Karakaxa

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρακάξα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BE%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρακάξα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BE%CE%B1

Chicago

"καρακάξα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BE%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρακάξα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CE%BE%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}